α΄. Γιατὶ τάχα τοὺς σέρνει μαζί του ἐνῶ φωνάζουν; Πάλι ἐδῶ θέλει νὰ μᾶς διδάξη νὰ ἀποφεύγωμε τὴ δόξα ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν κόσμο. Ἦταν κοντὰ τὸ σπίτι καὶ τοὺς ὁδηγεῖ ἐκεῖ γιὰ νὰ τοὺς θεραπεύση μακρυὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Κι αὐτὸ εἶναι φανερὸ ἀπὸ ὅ,τι τοὺς εἶπε, νὰ μὴν ποῦν τίποτα σὲ κανένα. Καὶ δὲν εἶναι μικρὴ αὐτὴ ἡ κατηγορία ποὺ δέχωνται οἱ Ἰουδαῖοι, ὅταν οἱ τυφλοὶ μὲ χωρὶς μάτια ἀπὸ τὴν ἀκοὴ μονάχα δέχωνται τὴν πίστη, ἐνῶ ἐκεῖνοι ἄν καὶ βλέπουν τὰ θαύματα κι ἔχουν μάρτυρα γιὰ ὅσα γίνονται τὴν ὅραση, τὰ ὁλότελα ἀντίθετα κάνουν. Προσέξετε καὶ τὴν προθυμία τῶν τυφλῶν καὶ ἀπὸ τὶς κραυγὲς κι ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ συνάντηση. Οὔτε δηλαδὴ πλησίασαν μόνο ἀλλὰ καὶ φώναζαν δυνατὰ καὶ τίποτα δὲν ἤθελα παρὰ εὐσπλαχνία. Τὸν ἀποκαλοῦσαν Γιὸ τοῦ Δαυΐδ, γιατὶ τὸ ὄνομα τοὺς φαινόταν τιμητικό. Σὲ πολλὲς περιπτώσεις καὶ οἱ προφῆτες ἔτσι καλοῦσαν τοὺς βασιλιάδες, ποὺ ἤθελαν νὰ τιμήσουν καὶ νὰ τοὺς παρουσιάσουν μεγάλους. Κι ὅταν τοὺς ὡδήγησε στὸ σπίτι, τοὺς ἀπευθύνει δεύτερη ἐρώτηση. Σὲ πολλὲς περιπτώσεις φρόντιζε νὰ κάνη τὶς θεραπείες του, ἀφοῦ τὸν ἱκέτευαν, γιὰ νὰ μὴ νομίση κανένας ὅτι ἀπὸ φιλοδοξία ἔτρεχε νὰ θαυματοποιῆ. Κι ὄχι γι’ αὐτὸ μονάχα ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξη πὼς ἦσαν ἄξοι γιὰ τὴ θεραπεία καὶ γιὰ νὰ μὴ λένε ὅτι ἀφοῦ ἀπὸ εὐσπλαχνία ἔσωζε, ἔπρεπε νὰ σωθοῦν ὅλοι. Ἔχει καὶ ἡ φιλανθρωπία τὴ δικαιολογία της, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν πίστη ἐκείνων ποὺ σώζονται. Δὲ γυρεύει ὅμως ἀπ’ αὐτοὺς τὴν πίστη μόνο γι’ αὐτό, ἀλλὰ ἐπειδὴ τὸν ἀποκάλεσαν Γιὸ του Δαυΐδ, θέλοντας νὰ τοὺς ὁδηγήση ἀκόμα ψηλότερα καὶ διδάσκοντάς τους νὰ φαντάζωνται γιὰ ἐκεῖνον αὐτὸ ποὺ ἔπρεπε τοὺς λέει· Πιστεύετε ὅτι μπορῶ νὰ τὸ κάμω αὐτό; Δὲν τοὺς εἶπε· πιστεύετε ὅτι μπορῶ νὰ παρακαλέσω τὸν Πατέρα μου, ὅτι μπορῶ νὰ προσευχηθῶ ἀλλὰ ὅτι ἐγὼ μπορῶ νὰ τὸ κάνω αὐτό. Κι ἐκεῖνοι Ναί, Κύριε, τοῦ λένε. Δὲν τὸν ἀποκαλοῦν πιὰ Γιὸ τοῦ Δαυΐδ ἀλλὰ ἀνεβαίνουν ψηλότερα καὶ ὁμολογοῦν πὼς εἶναι Κύριος. Καὶ τότε αὐτὸς βάζει τὸ χέρι ἀπάνω τους λέγοντας. Ἄς γίνῃ κατὰ τὴν πίστη σας. Αὐτὸ τὸ κάνει γιὰ νὰ ἐνισχύση τὴν πίστη τους καὶ νὰ δείξη πὼς συμμετέχουν στὸ θαῦμα, καὶ δείχνοντας ὅτι τὰ λόγια του δὲν ἦσαν γιὰ νὰ τοὺς κολακέψουν. Οὔτε εἶπε· ἄς ἀνοίξουν τὰ μάτια σας. Ἄς σᾶς γίνη κατὰ τὴν πίστη σας. Αὐτὸ σὲ πολλοὺς ἀπὸ ὅσους τὸν ἐπλησίασαν τὸ εἶπε, ἀπὸ φροντίδα νὰ τονίση τὴν πίστη ποὺ ἔβλεπε στὴν ψυχὴ τους πρὶν ἀπὸ τὴν θεραπεία τοῦ σώματος. Ἔτσι καὶ σ’ ἐκείνους θὰ ἔδινε περισσότερη τιμὴ καὶ ἄλλους θὰ τοὺς ἔκανε πιὸ πρόθυμους. Ἔτσι καὶ στὸν παραλυτικό. Προτοῦ συσφίξη τὶς ἀρθρώσεις σηκώνει τὴν ψυχή του ποὺ ἦταν πεσμένη λέγοντας· θάρρος παιδί μου , συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου . Καὶ τὴ μικρὴ κόρη, ἀφοῦ ἀνάστησε, τὴν ἐκράτησε καὶ μὲ τὸ φαγητὸ τῆς ἔμαθε τὸν εὐεργέτη της. Καὶ στὴν περίπτωση τοῦ ἑκατοντάρχου ἔκαμε τὸ ἴδιο, ἐξαρτῶντας τα ὅλα ἀπὸ τὴν πίστη. Ἀλλὰ καὶ τοὺς μαθητάς του γιὰ νὰ τοὺς γλυτώσει ἀπὸ τὴν τρικυμία, τοὺς ἐλευθέρωσε πρῶτα ἀπὸ τὴν ὀλιγοπιστία. Ἔστι λοιπὸν κι ἐδῶ. Καὶ πρὶν ἀκομα ἐκεῖνοι φωνάξουν, ἐγνώριζε τὰ μυστικὰ τῆς ψυχῆς τους. Γιὰ νὰ δημιουργήση ὅμως καὶ σ’ ἄλλους τὴν ἴδια προθυμία, τοὺς φανερώνει καὶ στοὺς ἄλλους, δείχοντας μὲ τὴ θεραπεία τὴν κρυμμένη πίστη τους.
Μετὰ τὴ θεραπεία τοὺς προστάζει νὰ μὴν ποῦν σὲ κανέναν τίποτα κι ὄχι ἁπλᾶ ἀλλὰ πολὺ ἔντονα. Τοὺς μίλησε ὁ Ἰησοῦς αὐστηρὰ καὶ τοὺς εἶπε· Προσέξετε, νὰ μὴ μάθη κανείς. Αὐτοὶ ὅμως βγῆκαν καὶ διέδωσαν τὴ φήμη σ’ ὅλη ἐκείνη τὴν περιοχή. Ἐκεῖνοι δὲν κρατήθηκαν ἀλλὰ ἔγιναν κήρυκες κι εὐαγγελισταί του καὶ δὲν ἐκράτησαν τὴ διαταγὴ νὰ φυλάξουν κρυφὸ τὸ θαῦμα. Κι ἄν ἄλλη φορὰ λέγει Πήγαινε καὶ νὰ διηγιέσαι τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἐκεῖνο ἀντίθετο μὲ τοῦτο, ἀλλὰ ὁλότελα σύμφωνο. Μᾶς μαθαίνει νὰ μὴ λέμε τίποτα γιὰ τὸν ἑαυτὸ μας καὶ νὰ ἐμποδίζωμε ὅσους θέλουν νὰ μᾶς ἐγκωμιάζουν. Ἄν ὅμως ἡ δόξα ἀποδιδόταν στὸ Θεό, ὄχι μόνο νὰ μὴν ἐμποδίζωμε ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπιβάλλωμεν νὰ γίνεται αὐτό. Ὅταν αὐτοὶ ἔβγαιναν, λέει, νὰ καὶ τοῦ φέρνουν ἕνα μουγγό, δαιμονισμένο. Δὲν ἦταν φυσικὴ ἀσθένεια ἀλλὰ δαιμονικὴ ἐπιβουλὴ, γι’ αὐτὸ καὶ χρειάζεται νὰ τὸν φέρουν ἄλλοι. Ἀφοῦ ἦταν ἄλαλος δὲν μποροῦσε νὰ παρακαλέση ὁ ἴδιος γιὰ τὸν ἑαυτὸ του, οὔτε ἄλλους νὰ παρακαλέση ἀφοῦ ὁ δαίμονας εἶχε δέσει τὴ γλῶσσα καὶ μαζὶ μὲ τὴ γλῶσσα εἶχε δεσμεύσει καὶ τὴν ψυχή. Γιὰ τοῦτο ἀπ’ αὐτὸν δὲν ζητεῖ πίστη, ἀλλὰ τὸν θεραπεύει ἀμέσως.Ὅταν βγῆκε ὁ δαίμονας, μίλησε ὁ μουγγός. Ἐκδήλωσαν τὸ θαυμασμό τους οἱ ἄνθρωποι· ποτὲ δὲν ξαναέγινε ἔτσι στὸν Ἰσραηλιτικὸ λαό. Αὐτὸ ποὺ πιὸ πολὺ τάραζε τοὺς Φαρισαίους ἦταν ὅτι τὸν ἐθεωροῦσαν πρῶτο ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς παλιούς. Καὶ τὸν θεωροῦσαν πρῶτο ὄχι γιατὶ θεράπευσε ἀλλὰ γιατὶ θεράπευσε εὔκολα, γρήγορα, ἄπειρες κι ἀνίατες ἀρρώστιες. Ὁ λαὸς ἔτσι σκεφτόταν.
β΄. Οἱ Φαρισαῖοι ὅμως ὁλότελ’ ἀντίθετα. Ὄχι μόνο διαβάλλουν ὅσα ἔγιναν, ἀλλὰ δὲν ντρέπονται νὰ ἀντιφάσκουν στὸν ἑαυτό τους. Ἔτσι εἶναι ἡ πονηρία. Τί ἰσχυρίζονται; Στὸν ἄρχοντα τῶν δαιμόνων βγάζει τοὺς δαίμονες. Ὑπάρχει πιὸ ἀνόητη σκέψη ἀπ’ αὐτή; Γιατὶ βέβαια ὅπως λέει πιὸ πέρα εἶναι ἀντιφατικὸ ἕνας δαίμονας νὰ διώχνη ἄλλον. Συνηθίζει ἐκεῖνος νὰ διοργανώνη τὰ δικά του, ὄχι νὰ τὰ διαλύη. Ἐξ ἄλλου αὐτὸς δὲν ἔβγαζε μονάχα δαίμονα ἀλλὰ καὶ λεπροὺς ἐκαθάρισε καὶ νεκροὺς ἀνάστησε καὶ θάλασσα κόπασε καὶ ἁμαρτίες συγχώρησε καὶ τὴ βασιλεία ἐκήρυξε καὶ στὸν Πατέρα ὡδήγησε. Αὐτὰ οὔτε θὰ ἀποφάσιζε οὔτε θὰ μποροῦσε ποτὲ ἕνας δαίμονας νὰ τὰ πραγματοποιήση. Γιατὶ οἱ δαίμονες ὀδηγοῦν στὰ εἴδωλα κι ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ μᾶς πρασύρουν ν’ ἀπιστοῦμε στὴ μέλλουσα ζωή. Ὁ δαίμονος εὐεργετεῖ, ὅταν ὑβρίζεται, ἀφοῦ κι ὅταν δὲν ὑβρίζεται βλάπτει ἐκείνους ποὺ τὸν ὑπηρετοῦν καὶ τὸν τιμοῦν. Ὁ Χριστὸς ὅμως κάνει τὸ ἀντίθετο. Ὕστερ’ ἀπὸ τὶς ὕβρεις καὶ τὶς κακολογίες ἐρχόταν λέγει, στὶς πόλεις ὅλες μὲ τὴ σειρὰ καὶ τὰ χωριά, μιλῶντας στὶς συναγωγές τους, κηρύσσοντας τὸ εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας καὶ θεραπεύοντας κάθε ἀσθένεια καὶ κάθε πάθος. Κι ὄχι μόνο δὲν τοὺς ἐτιμώρησε γιὰ τὴν ἀναισθησία τους ἀλλὰ μήτε κἄν τοὺς ἐμάλλωσε. Τὸν ἴδιο καιρὸ καὶ τὴν πραότητά του ἔδειχνε καὶ μ’ αὐτὴ φανέρωνε τὴν κακολογία. Τὸν ἴδιο καιρὸ ἤθελε μὲ τὰ θαύματα ποὺ θ’ ἀκολουθοῦσαν νὰ δώση ἰσχυρότερη ἀπόδειξη καὶ τότε νὰ ἐπιφέρη καὶ τὸν ἔλεγχο μὲ τοὺς λόγους του. Πήγαινε λοιπὸν μὲ τὴ σειρὰ καὶ στὶς πόλεις καὶ στὰ χωρὶα καὶ στὶς συναγωγές τους. Καὶ μᾶς διδάσκει ἔτσι ν’ ἀμείβωμε ὅσους μᾶς ὅσους μᾶς κακολογοῦν, ὄχι μὲ δικές μας κακολογίες ἀλλὰ μὲ πιὸ μεγάλες εὐεργεσίες. Γιατὶ ἄν εὐεργετῆς τοὺς ὁμοδούλους σου ὅ,τι κι ἄν σοῦ κάνουν, ὄχι γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ἀλλὰ τὸ Θεό, μὴ σταματήσης νὰ εὐεργετῆς, γιὰ νὰ εἶναι μεγαλύτερος ὁ μισθός σου. Γιατὶ αὐτὸς που παύει νὰ εὐεργετῆ, ὅταν τὸν κακολογήσουν δείχνει ὅτι εὐεργετοῦσε γιὰ τὸν ἔπαινό του κι ὄχι τὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ ὁ Χριστὸς διδάσκοντάς μας ὅτι ἀπὸ καλωσύνη μονάχα προχωροῦσε στὸ ἔργο του, δὲν περίμενε νἀρθοῦν μόνο κοντά του, οἱ ἄρρωστοι ἀλλὰ καὶ αὐτὸς πήγαινε ἀμέσως σ’ αὐτούς. Καὶ τοὺς πήγαινε δυὸ μέγιστα ἀγαθά, ἕνα τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Βασιλείας κι ἄλλο τὴ θεραπεία ὅλων τῶν ἀσθενειῶν. Καὶ δὲν περιφρονοῦσε καμμιὰ πόλη καὶ δὲν προσπερνοῦνε κανέναν χωριό, ἀλλὰ ἐπισκεπτόταν κάθε τόπο. Δὲ σταματᾶ ἐδῶ, ἀλλὰ προσθέτει κι ἄλλη φροντίδα. Ὅταν εἶδε, λέει, τὸν κόσμο τοὺς λυπήθηκε ποὺ ἦσαν ταλαιπωρημένοι κι ἀπορριγμένοι σὰν πρόβατα ποὺ δὲν εἶχαν βοσκό. Καὶ παρατηρεῖ στοὺς μαθητάς του· εἶναι πολὺς ὁ θερισμὸς ἀλλὰ λίγοι οἱ ἐργάτες. Παρακαλέστε λοιπόν τὸν Κύριο τοῦ θερισμοῦ νὰ βγάλη κι ἄλλους ἐργάτες στὸν θερισμό του. Προσέξετε πάλι τὴν ἔλλειψη κενοδοξίας. Γιὰ νὰ μὴν προσελκύση ὅλους στὸν ἑαυτό του, στέλνει τους μαθητάς, ἄν κι ὄχι μόνο γι’ αὐτό. Θέλει καὶ νὰ τοὺς ἀσκήση καὶ προπονημένους μέσα στὴν παλαίστρα τῆς Παλαιστίνης νὰ τοὺς ἀποδώση στοὺς ἀγῶνες τῆς οἰκουμένης. Γι’ αὐτὸ κι ὁρίζει τὴν προπόνηση μεγαλύτερη ἀπὸ τοὺς ἀγῶνες, ὅπως ταιριάζε στὴν ἱκανότητά τους, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν εὐκολότερα τοὺς ἀγῶνες ποὺ θὰ ἐπακολουθήσουν. Σὰν ἀδύνατους νεοσσοὺς ποὺ τοὺς προετοιμάζουν οἱ γονεῖς τους γιὰ νὰ πετάξουν. Κι ἀμέσως τοὺς κάνει θεραπευτάς σωμάτων, φυλάγοντας γι’ ἀργότερα τὴ θεραπεία τῆς ψυχῆς ποὺ προηγεῖται. Καὶ προσέξετε πῶς δείχνει εὔκολο κι ἀπαραίτητοο τὸ πρᾶγμα. Λέει ὅτι ὁ θερισμὸς εἶναι πολύς, ἀλλὰ οἱ ἐργάτες λίγοι. Δὲν σᾶς στέλλω στὴ σπορά, λέει ἀλλὰ στὸ θερισμό. Τὸ ἔλεγε ἀλλοιῶς στὸν Ἰωάννη. Ἄλλοι ἔχουν κοπιάσει καὶ σεῖς καρπωθήκατε τοὺς κόπους τους. Αὐτὰ τὰ ἔλεγε, γιὰ νὰ ἡσυχάση τὸ πνεῦμα τους καὶ νὰ τοὺς ἐνθαρρύνη καὶ νὰ δείξη ὅτι ἔφτασε ὁ μεγαλύτερος κόπος. Τρέχει κι ἐδῶ ἀπὸ φιλανθρωπία, ὄχι γι’ ἀμοιβή. Τοὺς λυπήθηκε ἐπειδὴ ἦσαν ταλαιπωρημένοι κι ἀπορριγμένοι σὰν πρόβατα ποὺ δὲν εἶχαν βοσκό. Αὐτὴ ἡ κατηγορία ἀπευθύνεται στοὺς ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων, γιατὶ ἄν καὶ ποιμένες, ἐφέρονταν σὰν λύκοι. Ὄχι μονάχα δὲν βοήθησαν τὸν κόσμο ἀλλὰ κατάστρεφαν καὶ τὴν προκοπή του. Ἐνῶ λοιπὸν ὁ κόσμος ἐθαύμαζαν κι ἔλεγαν ποτὲ δὲ θὰ ξανάγινε αὐτὸ στὸν Ἰσραηλιτικό λαό, αὐτοὶ ἔλεγαν τ’ ἀντίθετα, ὅτι στὸ ἄρχοντα τῶν δαιμόνων βγάζει τὰ δαιμόνια. Ἐργάτες πάλι ἐδῶ ἀποκαλεῖ τοὺς δώδεκα μαθητάς. Καὶ μὲ τὸ νὰ πῆ οἱ ἐργάτες εἶ ναι λίγοι, τοὺς πρόσθετε κι ἄλλους; Ὄχι, ἁπλῶς ἀπέστειλε αὐτούς. Καὶ γιατὶ ἔλεγε παρακαλέστε τὸν Κύριο τοῦ θερισμοῦ νὰ βλάλη στὸ θερισμό του ἐργάτες, χωρὶς νὰ προσθέση κανένα στὴ δωδεκάδα τους; Γιατὶ καὶ δώδεκα ποὺ ἦσαν, τοὺς εἶχε κάμει πολλούς, ὄχι ἐπειδὴ αὔξησε τὸν ἀριθμὸ τους ἀλλὰ γιατὶ τοὺς ἐχάρισε τὴ δύναμη.
γ΄ Κι ὕστερα δείχοντας πόσο μεγάλο εἶναι τὸ δῶρο τοὺς προτρέπει· Παρακαλέστε τὸν Κύριο τοῦ θερισμοῦ καὶ ὑπονοεῖ τὸν ἑαυτὸ του ποὺ ἔχει τὸ κῦρος. Γιατὶ ὅταν τοὺς εἶπε παρακαλέστε τὸν Κύριο τοῦ θερισμοῦ τοὺς χειροτονεῖ ἀμέσως, ὑπενθυμίζοντάς τους καὶ τοὺς λόγους τοῦ Ἰωάννη καὶ τὸ ἁλώνι καὶ τὸ λίχνισμα καὶ τὸ ἄχυρο καὶ τὸ σιτάρι. Ἀπ’ αὐτὸ φαίνεται ὅτι γεωργὸς εἶναι ὁ ἴδιος, ὁ ἴδιος Κύριος τοῦ θερισμοῦ καὶ πάλι ὁ Κύριος τῶν προφητῶν. Γιατὶ ἄν ἔστειλε νὰ θερίσουν, εἶναι φανερὸ ὅτι δὲν ἔστειλε νὰ θερίσουν τὰ ξένα ἀλλὰ ὅσα ἔβαλε νὰ σπείρουν οἱ προφῆτες του. Καὶ δὲν τοὺς ἐνθάρρυνε μόνο μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, μὲ τὸ νὰ καλέση θερισμὸ τὴν ὑπηρεσία τους ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ νὰ τοὺς κάμη ἱκανοὺς γιὰ τὴν ὑπηρεσία τους. Καὶ ἀφοῦ κάλεσε τοὺς δώδεκα μαθητάς του, τοὺς ἔδωσε ἐξουσία πάνω σ’ ἀκάθαρτα πνεύματα, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ βγάζουν καὶ νὰ θεραπεύουν κάθε ἀσθένεια καὶ κάθε πάθος. Δὲν τοὺς εἶχε ἀκομα δοθῆ τὸ Πνεῦμα. Κι αὐτὸ ἐπειδὴ ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶχε ἀκόμη δοξασθῆ, ὅπως λέει. Πῶς λοιπὸν ἔβγαζαν τὰ πνεύματα; Μὲ τὴ δύναμη τῆς διαταγῆς καὶ τῆς ἐξουσίας του. Προσέξετε καὶ τὴν κατάλληλη ὥρα τῆς ἀποστολῆς. Δὲν τοὺς ἔστειλε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἀλλὰ ἀφοῦ σὲ ἐπαρκὴ βαθμὸ τὸν εἶχαν ἀκολουθήση καὶ εἶδαν καὶ τὸ νεκρὸ νὰ ἔχη ἀναστήσει καὶ τὴ θάλασσα νὰ ἔχη ἐπιτιμήσει καὶ τοὺς δαίμονες νὰ ἔχη βγάλει καὶ τὸν παραλυτικὸ νὰ ἔχη σφίξει, καὶ τὶς ἁμαρτίες νὰ ἔχη συγχωρήσει καὶ τὸν λεπρὸ νὰ τὸν ἔχη καθαρίσει κι ἀφοῦ εἶχαν λάβει ἱκανοποιητικὴ ἀπόδειξη γιὰ τὴ δύναμή του καὶ μ’ ἔργα καὶ μὲ λόγους, τότε μόνο τοὺς στέλλει. Καὶ πάλι δὲν τοὺς στέλλει σὲ ἀποστολὴ ἐπικίνδυνη –κανένας κίνδυνος δὲν ἦταν στὴν Παλαιστίνη-ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀντιμετωπίσουν κακολογίες μονάχα. Ὡστόσο προλέγει καὶ τοὺς κινδύνους προετοιμάζοντάς τους ἀπὸ πιὸ μπρὸς καὶ μὲ τὴν ἀδιάκοπη ὑπόμνηση τοὺς δημιουργεῖ διάθεση ἀγωνιστική. Κι ὡς τώρα δύο ζεύγη ἀποστόλων ἀνάφέρει, τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Ἰωάννη, κι ἔπειτα ἀπ’ αὐτοὺς ἔδειξε ὅτι εἶχε κληθῆ ὁ Ματθαῖος· γιὰ τὴν κλήση καὶ τὴν ὀνομασία ὅμως τῶν ἄλλων καθόλου δὲν εἶχε μιλήσει. Γι’ αὐτὸ ἐδῶ ἀναγκαστικὰ παραθέτει τὸν κατάλογο καὶ τὸν ἀριθμό τους καὶ μᾶς γνωρίζη τὰ ὀνόματά τους μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο· τῶν δώδεκα ἀποστόλων τὰ ὀνόματα εἶναι αὐτά: Πρῶτος ὁ Σίμων ποὺ λέγεται Πέτρος. Ἦταν ἄλλος ὁ Σίμων, ὁ Κανανίτης. Κι ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσακριώτης καὶ ὁ Ἰούδας τοῦ Ἰακώβου· καὶ ὁ Ἰάκωβος τοῦ Ἀλφαίου καὶ ὁ Ἰάκωβος τοῦ Ζεβεδαίου. Ὁ Μᾶρκος τοὺς ἀναφέρει κι ἀνάλογα μὲ τὴν ἀξία τους ὕστερ’ ἀπὸ τοὺς δυὸ κορυφαίους βάζει τὸν Ἀνδρέα. Ὁ Μαθαῖος ὅμως ἀδιαφορεῖ γι’ αὐτὸ καὶ βάζει πρὶν ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ του τὸν Θωμᾶ ποὺ ἦταν πολὺ κατώτερός του. Ἀλλὰ ἄς δοῦμε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὸν κατάλογο. Πρῶτος, ὁ Σίμων ποὺ λέγεται Πέτρος καὶ ὁ Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς του. Δὲν εἶναι κι αὐτὸ μικρὸ ἐγκώμιο. Τὸν ἕνα τὸν ὠνόμασε ἀπὸ τὴν ἀρετή του, τὸν ἄλλο ἀπὸ τὴν εὐγένεια τοῦ τρόπου. Ἔπειτα ὁ Ἰάκωβος τοῦ Ζεβεδαίου καὶ ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ἰωάννης. Βλέπετε πὼς δὲν τοὺς βάζει κατὰ τὴν ἀξία τους. Ἐγὼ νομίζω πὼς ὁ Ἰωάννης δὲν εἶναι μόνο ἀνώτερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ κι ἀπὸ τὸν ἀδελφό του. Ὕστερα πρόσθετε τὸ Φίλιππο καὶ Βαρθολομαῖο, τὸ Θωμᾶ καὶ τὸ Ματθαῖο τὸν τελώνη. Ὁ Λουκᾶς ἀντίθετα βάζει τὸ Ματθαῖο πρὶν ἀπὸ τὸ Θωμᾶ. Ἔπειτα ὁ Ἰάκωβος τοῦ Ἀλφαίου. Γιατὶ ἦταν ὅπως εἶπα καὶ τοῦ Ζεβεδαίου. Κι ὕστερα ἀφοῦ εἶπε τὸν Λεββαῖο ποὺ ὠνομάστηκε Θαδδαῖος καὶ τὸ Σίμωνα τὸ ζωλωτή, ποὺ τὸν ἀποκαλεῖ καὶ Κανανίτη, ἔρχεται καὶ στὸν προδότη. Μίλησε γι’ αὐτὸν ὄχι σὰν κανένας ποὺ τὸν μισοῦσε καὶ τὸν πολεμοῦσε ἀλλὰ σὰν κάποιος, ποὺ γράφει ἱστορία. Δὲν εἶπε ὁ ἄθλιος καὶ πανάθλιος ἀλλὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα του τὸν εἶπε Ἰούδα Ἱσκαριώτη. Ἦταν κι ἄλλος Ἰούδας ὁ λεγόμενος Λεββαῖος καὶ Θαδδαῖος ποὺ ὁ Λουκᾶς λέει ὅτι ἦταν τοῦ Ἰακώβου. Ἰούδας τοῦ Ἰακώβου. Ξεχωρίζοντάς τον αὐτὸν λέει αὐτὸν λέει Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης ποὺ τὸν παράδωσε. Καὶ δὲν ντρέπεται λέγοντας, αὐτὸς ποὺ τὸν παράδωσε κι ὅλα. Ἔτσι ποτὲ δὲν ἔκρυβαν ἀκόμα γι’ αὐτὰ ποὺ θεωροῦσαν αἰσχρά. Πρῶτος ἀπ’ ὅλους καὶ κορυφαῖος ὁ ἀγράμματος, ὁ ἄγνωστος. Ἀλλὰ ἄς δοῦμε καὶ σὲ ποιοὺς τοὺς στέλλει. Αὐτοὺς τοὺς δώδεκα, λέει, ἔστειλε ὁ Ἰησοῦς. Ποιοὶ ἦσαν αὐτοί; Οἱ ψαράδες, οἱ τελῶνες. Γιατὶ τέσσερις ἦσαν ψαράδες, καὶ δύο τελώνες, ὁ Ματαθαῖος καὶ ὁ Ἰάκωβος· ὁ ἕνας ἦταν καὶ προδότης. Καὶ τί τοὺς λέει; Χωρὶς περιστροφές τοὺς παραγγέλλει· Μὴ βαδίσετε τὸ δρόμο πρὸς τοὺς πρὸς τοὺς εἰδωλολατρικοὺς λαοὺς καὶ σὲ πόλη Σαμαρειτικὴ μὴν μπῆτε· κατευθυνθῆτε μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ παραστρατημένα ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ Ἰσραήλ. Μὴ νομίσετε, ἐπειδὴ μὲ βρίζουν καὶ μὲ φωνάζουν δαιμονισμὲνο ὅτι τοὺς μισῶ καὶ τοὺς ἀποστρέφομαι. Αὐτοὺς πρώτους ἐνδιαφέρομαι νὰ διορθώσω, καὶ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους παίρνοντάς σας σ’ αὐτοὺς σᾶς στέλλω δασκάλους καὶ γιατρούς. Κι ὄχι μόνο σᾶς ἐμποδίζω νὰ κηρύξετε σ’ ἄλλους πρὶν ἀπ’ αὐτοὺς, ἀλλὰ δὲ σᾶς ἐπιτρέπω μήτε τὸ δρόμο νὰ πατήσετε ποὺ ὁδηγεῖ σ’ αὐτοὺς μήτε σὲ καμμιὰ πόλη τους νὰ μπῆτε.
δ΄. Γιατὶ κι οἱ Σαμαρεῖτες εἶναι ἀντίθετοι μὲ τοὺς Ἰουδαίους. Μόλο ποὺ ἦσαν πιὸ εὔκολοι, γιατὶ ἦσαν πολὺ πιὸ κατάλληλο στὴν πίστη ἐνῶ οἱ Ἑβραῖοι ἦσαν δυσκολώτεροι, τοὺς στέλλει ὡστόσο στοὺς σκληρότερους, δείχνοντας ὅτι αὐτοὺς φροντίζει καὶ κλείνοντας τὰ στόματα τῶν Ἰουδαίων καὶ προετοιμάζοντας τὸ δρόμο μὲ τὴ διδασκαλία τῶν ἀποστόλων. Αὐτὸ γιὰ νὰ μὴν τὸν κατηγοροῦν, πάλι, ὅτι πῆγαν στοὺς εἰδωλολάτρες καὶ φανῆ πὼς ἔχουν βάσιμη δικαιολογία ν’ ἀπομακρυνθοῦν ἀπ’ αὐτὸν καὶ νὰ τὸν ἀποστραφοῦν. Καὶ τοὺς ἀποκαλεῖ πρόβατα ποὺ παραστράτησαν, ὄχι ποὺ πήδησαν τὴν μάντρα καὶ ἔφυγαν, ἐφευρίσκοντας ἀπὸ παντοῦ τρόπους νὰ τοὺς συγχωρήση καὶ προσπαθῶντα νὰ προσελκύση τὴ συμπάθειά τους. Πηγαίνετε, τοὺς λέει, καὶ κηρύξετε ὅτι Εἶναι κοντὰ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Εἴδατε μεγαλεῖο ἀποστολῆς; Εἴδατε πῶς εἶναι τὸ ἀποστολικό ἀξίωμα;Δὲν παίρνουν διαταγὴ νὰ μιλήσουν γιὰ τίποτα τὸ αἰσθητό, οὔτε ὅπως ἐκεῖνα ποὺ ἔλεγαν οἱ γύρω ἀπὸ τὸν Μωυσῆ καὶ τοὺς προφῆτες, ἀλλὰ πράγματα καινούργια καὶ παράδοξα. Δὲν ἐκήρυτταν τέτοια ἐκεῖνοι ἀλλὰ τὴ γῆ καὶ τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς. Ἐνῶ αὐτοὶ ἐδῶ τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν κι ὅλα ὅσα ὑπάρχουν ἐκεῖ. Καὶ δὲν εἶναι μόνο ἀπὸ τὴ διδασκαλία ἀνώτεροι ἀλλὰ κι ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ. Οὔτε ὀπισθοχωροῦν οὔτε διστάζουν ὅπως οἱ παλιοί. Ἀλλὰ μολονότι ἀκοῦν γιὰ κινδύνους καὶ πολέμους καὶ ἀνυπόφορα δεινὰ, μὲ πολλλὴν ὑπακοὴν δέχονται τὶς διαταγές, ἀφοῦ εἶναι κήρυκες τῆς βασιλείας. Καὶ γιατὶ εἶναι παράξενο, λέγει, ποὺ ὑπάκουσαν, ἀφοῦ δὲν κηρύττουν κανένα δυσάρεστο καὶ δύσκολο; Ἀλήθεια, δὲν εἶχαν πάρει καμμιὰ δύσκολη διαταγή; Δὲν ἀκοῦτε γιὰ τὶς φυλακίσεις, τὶς σταυρώσεις, τοὺς ἐμφυλίους πολέμους, τὸ μῖσος ὅλων, ὅλα αὐτά, ποὺ λίγο πιὸ πέρα τοὺς ἔλεγε ὅτι θὰ ὑποστοῦν; Τοὺς ἔστελνε νὰ γίνουν γιὰ τοὺς ἄλλους πρόξενοι καὶ κήρυκες μύριων, ἀγαθῶν, οἱ ἴδιοι ὅμως ἔλεγε καὶ προφήτευε ὅτι θὰ πάθουν ἀθεράπευτα δεινά. Ὕστερα γιὰ νὰ τοὺς δώση κῦρος λέγει· Θεραπεύετε τοὺς ἄρρωστους, καθαρίζετε τοὺς λεπρούς, βγάζετε τοὺς δαίμονες· πήρατε δωρεὰ τὸ χάρισμα· δωρεὰ μοιράσετέ το. Προσέξετε πῶς φροντίζει γιὰ τὴ συμπεριφορά τους, καθόλου λιγώτερο ἀπὸ ὅ,τι γιὰ τὰ θαύματα, δείχνοντας ὅτι τὰ θαύματα χωρὶς τὴ συμπεριφορὰ δὲν εἶναι τίποτα. Τοὺς περιορίζει λεγοντάς τους· δωρεὰ πήρατε τὸ χάρισμα, δωρεὰ μοιράστε το. Τοὺς προετοιμάζει νὰ εἶναι καθαροὶ ἀπὸ φιλοχρηματία. Κι ὕστερα γιὰ νὰ μὴ νομισθῆ πὼς εἶναι δικό τους κατόρθωμα καὶ ὑπερηφανευθοῦν ἀπὸ τὰ θαύματα ποὺ θὰ γίνουν τοὺς λέει· Δωρεὰ πήρατε τὸ χάρισμα, δωρεὰ μοιράστε το. Τίποτα δὲν χαρίζετε σεῖς σ’ ἐκείνους ποὺ σᾶς δέχονται. Γιατὶ δὲν ἐπληρώσατε γιὰ νὰ τὰ πάρετε, οὔτε ποὺ κοπιάσατε· εἶναι δικό μου χάρισμα σὲ σᾶς. Ἔτσι λοιπὸν δῶστε καὶ σὲ κείνους. Οὔτε μπορεῖτε νὰ βρῆτε τιμὴ ποὺ νὰ τοὺς ἀξίζη. Ὕστερα ἀποσπῶντας ἀμέσως τὴ ρίζα τῶν κακῶν λέει· Μὴν ἀποκτήσετε χρυσάφι, οὔτε ἄργυρο, οὔτε χαλκὸ στὶς ζῶνες σας, μήτε σάκκο γιὰ τὸ ταξίδι μήτε δύο χιτῶνες, μήτε παπούτσια, μήτε ραβδί. Δὲν εἶπε μὴν πάρετε μαζί σας, ἀλλὰ κι ἄν εἶναι δυνατὸ νὰ πάρετε ἀπὸ ἀλλοῦ, ἀποφύγετε τὴν κακὴ ἀσθένεια. Πολλὰ κατώρθωσε μὲ αὐτό. Πρῶτα ἀπομάκρυνε ἀπὸ τοὺς μαθητὰς κάθε ὑποψία. Δεύτερ�